Home » Ιστορία » Τα Γεράκια Του Πολέμου

Τα Γεράκια Του Πολέμου

Θρήνος και Ζητωκραυγές

Οι  εφημερίδες με μεγάλους τίτλους δημοσίευσαν τα επίσημα ανακοινωθέντα έναρξης του πολέμου την 29η Οκτωβρίου. «Η ΙΤΑΛΙΑ ΚΗΡΥΞΕ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. «Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουσιν από της 05:30 ώρας…  Οι οδηγίες συμμόρφωσης στις νέες συνθήκες του πολέμου όλης της χώρα ανακοινώθηκαν διά του τύπου.

Η Δ/ση Παθητικής Αεράμυνας ανακοίνωσε: «1) καταργούνται παντελώς τα εξωτερικά φώτα οδών, πλατειών, οικιών και καταστημάτων.2) υποχρεούται ένοικοι πάσης φύσεως οικοδομών συγκαλύψωσι αμέσως διά παραπετασμάτων σκοτεινού χρώματος ή κοινών κλινοσκεπασμάτων ή αδιαφανούς βαθέως κυανούς μέλανος χρώματος υαλόφρακτους θύρας, παράθυρα, φωταγωγούς, φεγγίτες και παν άνοιγμα ακινήτου των 3) εις περιπτώσεις συναγερμού προβαίνουσι πλήρη συσκότιση ακινήτου των. Παρομοία μέτρα ληφθώσι παρά δημοσίων και ιδιωτικών καταστημάτων, και πάσης φύσεως οργανισμού και επιχειρήσεων 4) υποχρεούνται οδηγοί συγκοινωνιακών μέσων ξηράς λάβωσι αμέσως μέτρα συγκαλύψεως φωτισμού αυτών διατηρουμένων των απαραιτήτων μόνον διά λόγους ασφάλεια και κυκλοφορίας».

Ο πόλεμος χτύπησε τις πόρτες όλων των σπιτιών αλλά στρατιώτη του εχθρού δεν είχαν δει ακόμη, ούτε αεροπλάνο. Τα «στούκας» περνούσαν πάνω απ΄ την πόλη, σε μεγάλο ύψος. Μόνο ο βόμβος των κινητήρων ακούγονταν όταν φυσούσε ο Καλαμπάκας.

Η ανακοίνωση της δεύτερης σελίδας πιο ανησυχητική:«Κηρυχθείσης γενικής επιστρατεύσεως και στρατιωτικού νόμου ειδοποιούνται άπαντες οι κάτοικοι ότι αι οι διανομαί των τροφίμων και άρτου θα εξαλολουθήσωσιν γενόμεναι κανονικώς και επομένως δεν πρέπει να πανικοβληθώσι και να φροντίζωσι καθ΄ οιονδήποτε τρόπον να σχηματίσωσι αποθέματα τροφίμων πέραν των απαραιτήτων καθημερινών αναγκών των οικογενειών των καθ΄όσον το αντίθετον θα παταχθεί αυστηρώς παρά των λειτουργούντων από σήμερον στρατοδικείων δεδομένου ότι η κατοχή και η εναποθήκευση τροφίμων μεγαλύτερων των προς διατροφήν απαιτουμένων απαγορεύεται χάριν της επάρκειας του συνόλου των πολιτών. Επίσης υπομιμνίσκομεν εις τους επαγγελματίας τας σχετικάςς διατάξεις περί απαγορεύσεως διανομής τροφίμων κατ΄οίκον και πωλήσεως αυτών πέραν των αναγκαιουσών ποσοτήτων ημερησίως δι΄εκάστην οικογένειαν επί ταις αυστηραίς ποιναίς των ισχυουσών διατάξεων και του νόμου περί πολιτικής επιστρατεύσεως. Τονίζω ότι πάσα παράβασις των ανωτέρω θα παταχθή αμειλίκτως εν τη γεννέσει της».

Τα γιουρούσια σταμάτησαν στα καταστήματα μετά την ανακοίνωση και πήραν σειρά τα πεδινά κι αγροτικά χωριά. Για ένα σακί αλεύρι, ρεβίθια, καλαμπόκι, πατάτες κι άλλα εδώδιμα κι αποικιακά που άρχισαν μυστηριωδώς να λείπουν απ΄ την αγορά. Οι  πρώτοι μαυραγορίτες άρχισαν το έργο τους.

Απ΄ τον φόβο των βομβαρδισμών, εκεί που τελείωσαν τις διακοπές τους οι παραθεριστές, πήραν ξανά το δρόμο για τα ορεινά χωριά τους. Χάρηκε ο Μήτρος  Ζάμπουρας που είχε ένα μικρό μαντρί στη άκρη του χωριού με το μεγάλο μοναστήρι του Σταυρού, μόλις τους είδε συν γυναιξί και τέκνοις ν΄ ανεβαίνουν. Όταν έμαθε του πολέμου τα καθέκαστα και στο χωριό ήρθαν για να κρυφτούν, μελαγχόλησε. Αυτός θα πλήρωνε τη νύφη πάλι.  Πενήντα αρνιά και καμιά σαρανταριά κατσίκια ήταν ο βιος του όλος. Μετά τους παραθεριστές θα ερχόταν κι ο στρατός, όποιος προλάβανε, μπορεί κι ο εχθρός, θα τα φόρτωναν στα καμιόνια να τα πάνε στον κάμπο για σφαγή και τα λεφτά στα αλώνια, μετά το τέλος του πόλεμου αν ζούσε ακόμα.

Η δεύτερη ανακοίνωση της Αεράμυνας: «1) Απαγορεύεται η ήχησις σειρήνος ή σφυρίχτρας εργοστασίου ή κρούσις των κωδώνων των εκκλησιών των ιερών Μονών, των νεκροταφείων, των σχολείων, σιδηροδρομικών σταθμών, των οχημάτων, των εκτελούντων την καθαριότητα της πόλης, ως και παντός άλλου μέσου παράγοντος ήχον η χρήσις τούτων θα γίνηται αποκλειστικώς και μόνον διά την μετάδοσιν του Συναγερμού υπό των προς τον σκοπόν τούτον εντεταλμένων αρχών 2) ο συναγερμός θα μεταδίδεται διά των σειρήνων και των κωδώνων και εξαιρετικώς δια κανονιοβολισμών 3) Η έναρξις συναγερμού δίδεται ή διά σειρήνων διακοπτόμενος ήχος διαρκείας τριών λεπτών συνεχής ή δια Κανονιοβολισμών διά δέκα βολών πυροβόλου ρυπτομένων ανά 30 δευτερόλεπτα, εκάστη ήχησις συναγερμού δίδεται ή διά σειρήνων συνεχής ήχος διαρκείας τριών λεπτών β) διά κωδώνων διά βραδέως ρυθμού ήχησις διαρκείας τριών λεπτών συνεχής γ) διά κανονιοβολισμών διά βολών ανά δύο λεπτά εκάστην».

-Και οι πορδές εδώ στον κάμπο που είναι δυνατές, τις πιάνει κι αυτές η ανακοίνωση;». Ο κόσμος χάνονταν και ο Μήτσος Μπάλκουρας, καροποιός στο επάγγελμα, ρώτησε τον Κιτσάρα τον Ψηλέα, γδάρτη στα χασάπικα, καθισμένοι στο πατσατζίδικο του Νίκου του Χορνόβα πρωί, πρωί αν τις πορδές τις έπιανε η διαταγή.

-Δεν είναι σίγουρο. Tου Τζίτζιρα την πιάνει, απάντησε ο ψηλέας.

Ήταν γνωστή η σφυριχτή πορδή του κάλφα Τζίτζιρα σ΄όλη τη πόλη. Όταν την αμολούσε στο σιδηροδρομικό σταθμό έφευγε τραίνο, νόμιζε ο οδηγός ότι ήταν το σφύριγμα για αναχώρηση.

Στις συνοικίες τα αγυιοπαίδα (αλητόπαιδα) όπως τα αποκαλούσαν οι τοπικές εφημερίδες αυστηρών αρχών,- εκείνες χειροκροτούσαν μόνο τις παρελάσεις της ΕΟΝ – παρέα με άλλους μαθητές μιμούνταν του ήχους των σειρήνων για να γελάσουν και να σπάσουν πλάκα, με τον φόβο των γυναικών και των ανδρών που έτρεχαν με ξέπλεκα μαλλιά και ό,τι φορούσαν την ώρα εκείνη, παρατώντας τους γκαζοτενεκέδες καταμεσής του δρόμου για να κρυφτούν στα υπόγεια, κάτω απ΄ τις γέφυρες και σε ό,τι βαθύ όρυγμα την ώρα εκείνη βρισκότανε μπροστά τους.

Εκείνες τις μέρες αν περπατούσε μαθητής άνευ πηληκίου ήταν παράπτωμα μεγάλο κι ακολουθούσε η ανάλογη ποινή, της αποβολής. Η τιμωρία για μακριά μαλλιά συνηθισμένη, πέντε μέρες αποβολή. «Μπριγιαντίνη» κι άλλα «καλλωπιστικά», κομμένα, κι «αν ευρέθης εις ώραν απηγορευμένην νυκτερινήν εις οικίαν άλλου μαθητού», την είχανε βαμμένη τη διαγωγή. Γινόταν έφοδοι και έλεγχοι και στα σπίτια ακόμη. Αν ο μαθητής είχε τσιγάρα πάνω του, πολλώ δε μάλλον αν κάπνιζε, τιμωρούνταν με μεγάλη αποβολή, «διότι ευρέθη καπνίζων κατ΄οίκον» ή «ευρέθη με κυτίον των 100 σιγαρέττων εις την τσέπην του κατ΄οίκον».

Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου δεν ήταν παίξε γέλασε. Νόμος και Τάξη και τι βρακί φορούσες.

Στα μετόπισθεν, όλα άλλαζαν σιγά σιγά. Όλοι στην πόλη βρισκόταν σε συνθήκες πραγματικού πολέμου αν και το μέτωπο ήταν χιλιόμετρα μακριά.

Όσο περνούσε ο καιρός νέες απαγορευτικές ανακοινώσεις έρχονταν διά του τύπου και βυθίζανε την πόλη όλο και πιο βαθιά σ΄ένα πόλεμο που οι συνθήκες διεξαγωγής του έδειχναν ότι θα ΄ταν ανελέητες.

«Απαγορεύονται οι φωτοβολίδες, τα τραπεζάκια, οι καρέκλες και οτιδήποτε εμποδίζει τη διέλευση πεζών, ιδιαίτερα τις νυχτερινές ώρες της ελεύθερης κυκλοφορίας».

Οι κάτοικοι δεν είχαν συνειδητοποιήσει τον πόλεμο ακόμη. Τα τραπεζάκια και οι καρέκλες έξω κι αραχτοί πίναν το καφεδάκι τους σαν να μη συνέβαινε ακόμη τίποτα. Από τότε κρατάει αυτό το έθιμο στην πόλη το Μαχάωνα: «Τραπέζι κοντά στην παραλία και στα στενά του Σακαφλιά κι ας ξεροσταλιάσω όρθιος». Ανήμερα σε κάθε γιορταστική επέτειο την 28η Οκτωβρίου βουλιάζουν τα «Μανάβικα», στη γειτονιά του Κώστα Βίρβου και στα πέριξ ουζερί και καφενεία.

Παρά την απαγόρευση κάθε φωτισμού, τίγκα και στη διαπασών όλα τα φώτα. Φωταγωγία το βράδυ πέρα έως πέρα, αγνοώντας παντελώς τις διατάξεις. Η ανταύγεια  απ΄ τον φωτισμό της πόλης γίνονταν διακριτή  απ΄ την Καλαμπάκα ακόμη.

Τα βράδια θα γυρίζουμε και πάντα θα γλεντάμε, μια και ψιλά μας βρίσκονται φίνα να την περνάμε. Οι στοίχοι του Τσιτσάνη σ΄όλη τη μεγαλοπρέπεια τους. «Γιατί με μια τρελή ξανθιά καλαμπακιώτισσα έχω σβεντά, θέλω να της μιλήσω».

Οι εκκλήσεις προς την ΕΟΝ «όπως άπασαι αι βαθμοφόροι και φαλαγγίτισσες της 200ης φάλαγγας θηλέων όπως προσέλθωσιν απροφασίστως περί 5,30 μ.μ. ακριβώς να ανακοινωθώσιν αυταίς διάφοροι διαταγαί και τακτοποιηθεί ή θέσις έκαστης απένατι της οργανώσεως εκ της Διοικήσεως θηλέων». Δεν έβρισκαν πρόθυμους πολλούς πια.

ΕΟΝ ή Ε.Ο.Ν. (Εθνική Οργάνωση Νεολαίας) ήταν η κυβερνητική οργάνωση νέων που ιδρύθηκε από το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά το 1936 και διαλύθηκε τον Απρίλιο του 1941, τρεις μήνες μετά το θάνατό του, με την κατάρρευση του μετώπου από τη Γερμανική εισβολή.

Όμοιες νεολαίες είχαν όλες οι δικτατορίες μεγάλης περιωπής. Η Ιταλία του Μουσολίνι, η Γερμανία του Χίτλερ, η Ισπανία του Φράνκο και άλλες μικρές χώρες σαν την Ελλάδα επί Μεταξά.

Όλη η χώρα τελούσε κάτω από την ΔΙΑΤΑΓΗ: «Έχοντες υπ΄όψιν τον από 28-10-40 Αναγκαστικό Νόμο δημοσιευθέντα εις τον υπ΄αριθ 338 Φ, της Εφημ. Της κυβερνήσεως διό ετέθη εις κατάστασιν πολιορκίας άπασα η Επικράτεια».

Δεν χαμπάριζαν τίποτα οι απόγονοι του Ποδαλείριου. Στις εργατικές και τις προσφυγικές συνοικίες όσοι είχαν δοκιμάσει το ρετσινόλαδο του Μανιαδάκη περίμεναν να πέσει η δικτατορία ν΄ανασάνουν λίγο.

Οι μαθητές την ώρα των συναγερμών περπατούσαν επιδεικτικά στη μέση της πλατείας, τη ώρα που δρόμοι είχαν αδειάσει. Η συμπεριφορά τους ενόχλησε τον συντηρητικό τοπικό τύπο που σύστηνε στους μαθητές να αποφεύγουν «αυτάς τα τολμηράς επιδείξεις».

Η αλήθεια ήταν ότι τα καταφύγια με τα ξερατά τους δεν άφηναν να μείνει κανείς δυο ώρες μέσα, τις πρώτες μέρες. Μετά απ΄ απανωτές εκκλήσεις ευπρεπίστηκαν λίγο τα δημόσια καταφύγια και τ΄άλλα υπόγεια άδειασαν από τα περιττά υλικά που ήταν στοιβαγμένα μέσα.

Τρεις συναγερμοί απανωτοί κτύπησαν την  3η  Νοεμβρίου, αρκετής διάρκειας. Ο πρώτος 7,10 πρωινή την ώρα που ξεκινούσαν οι εμποροτεχνίτες να πάνε στις δουλειές τους. Η σειρήνα σφύριζε δαιμονισμένα, συνοδευμένη από κωδωνοκρουσίες. Τ΄ αεροπλάνα εμφανίστηκαν ψηλά στον ουρανό, κάνοντας τον πρώτο περίπατο της μέρας, μάρκας «Στούκας». Διέγραψαν δυο κύκλους κι αναχώρησαν προς Λάρισα και Βόλο.

Στις 9 40΄ δεύτερος συναγερμός έσπειρε τρόμο και ταραχή πάλι, ωστόσο, παράξενοι αυτοί οι κάτοικοι της Τρίκκης Οιχαλίας και Ιθώμης: «Έστι δ΄ η μέν Τρίκκη, όπου το Ιερόν του Ασκληπιού το αρχαιότατον και επιφανέστατον, Όμορος τοίς τε  Δόλοψιν καί τοίς περί την Πίνδον τόποις». Ατάραχοι, τους χαιρετούσαν ή τους μούτζωναν με τα καπέλα τους κανείς δεν καταλάβαινε.

Στον τρίτο συναγερμό ο πανικός ήταν λιγότερος. Έγινε στις 12. 31΄την ώρα του μεσημεριανού φαγητού, αδιαφορώντας και χωνεύοντας τη φασολάδα βάδιζαν στη μέση των πλατειών κι άλλων κεντρικών δρόμων. Κάποιοι έσπευσαν να κρυφτούν στα υπόγεια, λίγοι έκλεισαν τα καταστήματα και μερικοί μπήκαν στα κατασκευασμένα ορύγματα της κεντρικής πλατείας.

Με αυτά κι αυτά οι μέρες περνούσαν, τα μαντάτα απ΄ το μέτωπο του πολέμου από έναν δόλιο εχθρό που τορπίλισε τον Αύγουστο το καταδρομικό «ΕΛΛΗ» ανέφεραν για εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες.

Αρχές Νοεμβρίου άρχισαν να καταφθάνουν οι πρώτοι νεκροί και τραυματίες. Ο θρήνος των θυμάτων σκεπάζονταν από τις ζητωκραυγές των φαλαγγιτών και φαλαγγισσών, θηλέων και αρρένων, παρελαύνοντες στους δρόμους μετά τις πρώτες νίκες του πολέμου.

Ανάμεσα στους νεκρούς ο γιος του Κώστα και της Δήμητρας Κοσκοτή απ΄ τη Τσιούκα. Ο πατέρας του δεν είχε ακόμη επιστρέψει απ΄ την εξορία στον Άη Στράτη. Η μάνα του πρώτη δοκίμασε το ρετσινόλαδο και τον εξευτελισμό της Μεταξικής ασφάλειας γιατί ήταν αριστερή και κουμουνίστρια.

Θέριζαν τα πολυβόλα και απ΄ τις δυο μεριές. Οι σφαίρες, τα βλήματα των πυροβόλων και οι βόμβες δεν ξεχώριζαν τους στρατιώτες ανάλογα με τα πολιτικά φρονήματά τους.

Πέφταν στο χώμα τα κορμιά τους, άλλα άταφα για μέρες. Χωρίς το στερνό κλάμα της μάνας που τον καμάρωνε μέχρι χθες, – είχαν δώσει και λόγο αρραβώνα και τα αρραβωνιάσματα τα γιόρτασαν προχθές την Κυριακή μια βδομάδα πριν φύγει). Με πόσες κακουχίες, βάσανα και πόνο μεγάλωσε εκείνο το μονάκριβο παιδί της η Μαρούσκα, έτσι την φωνάζανε στα Ταμπάκικα στο οικισμό των φτωχών και των καταφρονεμένων. Ο άνδρας της «παραθέριζε» στην Ανάφη, «στο μνημείο της νεότερης Ελλάδας», όπως παρομοίασε τους τόπους εξορίας ένας παρασπουδαγμένος πολιτικός παράγοντας της δεξιά παράταξης.

Της έφεραν τα κόκκαλά του μετά από πολλά χρόνια. Η κυρά-Μαρούσκα είχε πεθάνει. Δεν πρόλαβε να δει ένα τεράστιο μνημείο που το στόλισαν με τα Κόκκαλα του γιου της.

 Του Βασίλη Πάνου

 

(Φωτο εξώφυλλο: Κεντρικό Γκόλικο, Ύψωμα 1615, απέναντι από τον Αυχένα της Μετζγκοράνης. Τα χιόνια άρχισαν να λιώνουν, αποκαλύπτοντας τους νεκρούς μαχητές.(Από τη συλλογή του Πέτρου Αρτάνη)