Home » Ιστορία » Οι Οθωμανοί ξανάρχονται

Οι Οθωμανοί ξανάρχονται

Η Καταστροφή των Τρικάλων

1897

Μικρό αφιέρωμα των 120 χρόνων

 

 Εν Τρικάλοις 3 Μαρτίου 1897


“Τι να σου γράψω και τι να σου μολογήσω
μάνα. Αυτός δεν είναι πόλεμος. Αυτό είναι ένα παιχνίδι σκάκι των γηραιών στρατηγών μας και εμείς τα ξύλινα πιόνια τους. Αλλά, και το σκάκι έχει κάποιους κανόνες. Εδώ είναι όλα τόσο ακανόνιστα και τόσο πρόχειρα, που το τέλος του πολέμου είναι προδιαγεγραμμένο από την αρχή.
Μόλις έφτασα στα Τρίκαλα για να παρουσιαστώ, από την πρώτη στιγμή, όλα ήταν διαλυμένα. Έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Για να καταλάβεις τον χαμό, τούτο σου λέω μόνο, δεν υπήρχαν ούτε τα αναγκαία εξαρτήματα που χρειάζεται για να ντυθεί ένας στρατιώτης που τον καλεί η πατρίδα του για να την υπερασπιστεί με κίνδυνο να χάσει τη ζωή του.
Περιττό να σου πω ότι ντυθήκαμε με ό,τι πρόλαβε να πάρει ο καθένας. Στο τέλος της μέρας, άλλος έμεινε χωρίς άρβυλα, άλλος χωρίς κάλτσες, άλλος χωρίς χλαίνη και άλλος χωρίς κλινοσκεπάσματα, και κάνει πολύ κρύο εδώ. Τις καραβάνες, μόνοι μας τις αγοράσαμε για να έχουμε τουλάχιστον κάπου να τρώμε, απολαμβάνοντας το πρώτο εκείνο βράδυ την ξινίλα από την ποδαρίλα του θαλάμου μέχρι να ξημερώσει.
Όταν τα καταφέραμε και ντυθήκαμε επιτέλους στρατιώτες την επόμενη 4η Μαρτίου, κατά το μεσημέρι, ξεκινήσαμε από τα Τρίκαλα για τη μεθοριακή γραμμή που βρίσκεται πάνω στα Χάσια. Γιατί τα λένε Χάσια μάνα μου, ούτε και εγώ το ξέρω. Από τα Τρίκαλα απέχουν 30 χιλιόμετρα περίπου και είναι χαμένα εντελώς ή χάνεται κανείς εύκολα αν δεν ξέρει την περιοχή. Η έκτασή τους είναι γεμάτη από υψώματα και χαμηλές οροσειρές που καλύπτονται από πυκνά δάση και διακόπτονται από εκτάσεις με πλούσια βοσκοτόπια.
Φορτωμένοι τους γυλιούς και εμψυχωμένοι από τους λόγους του γηραιού ταγματάρχη μας, «περί των γενναίων ημών ανδρείων προγόνων μας», βαδίζαμε διά μέσου μιας χωμάτινης οδού με το υπέρβαρο φορτίο μας επί δίωρο, ώσπου να συναντήσουμε το πρώτο χωριό προορισμού της αδιάκοπης πορείας μας, το Αρδάνι. Μη φανταστείς κάποιο κανονικό χωριό με σπίτια λιθόκτιστα και δρόμους πέτρινους. Τα χωριά εδώ, μόνο καλύβες έχουν, κατασκευασμένες από κορμούς δέντρων, σοβατισμένες με κοπριές βοδιών και στέγες από καλάμια βρύζας. Παρ΄όλη τη φτώχεια τους, μόλις φτάσαμε μας
προσφέρανε τη φιλοξενία τους. Αναζητήσαμε λίγο κρασί για να ζεσταθούμε, αλλά το μόνο διαθέσιμο ποτό τους ήταν το τσίπουρο, το οποίο το βρήκαμε καλύτερο στην κατάσταση που βρισκόμασταν μετά από τόση οδοιπορία.
Καθίσαμε μια ώρα και έπειτα αναχωρήσαμε και φτάσαμε το απόγευμα σ΄ άλλο χωριό, το Κούρσεβο. Ως προς την εμφάνισή του ήταν το ίδιο με το προηγούμενο, καλαμοσκέπαστο. Ξεκουραστήκαμε πάλι και αναχωρήσαμε, φτάνοντας κατά τη δύση του ήλιου στον Κονισκό που είναι πρωτεύουσα του δήμου. Η θέση του χωριού είναι ωραία, αλλά καλαμοσκέπαστο και αυτό και οι κάτοικοί του ζουν και εδώ μέσα σε καλύβες.

Ξεκουραστήκαμε για λίγο και έπειτα από μία ώρα φτάσαμε στο Φλαμπουρέσι. Εκεί μείναμε τη νύχτα, πεζικάριοι, πυροβολητές και ημίονοι φύρδην μίγδην. Οι πυροβολητές της ορειβατικής πυροβολαρχίας είχαν καταφτάσει πριν από εμάς. Ευτυχώς βρήκαμε πολλά καυσόξυλα, ανάψαμε φωτιά και στεγνώσαμε τα μουσκεμένα ρούχα μας.
Την επομένη αναχωρήσαμε με προορισμό το χωριό Μαυρέλι, πολυπληθέστερο και καλύτερο από τον Κονισκό. Διανυκτερεύσαμε και εδώ εν μέσω των ημιόνων, που τα λένε γομάρια εδώ και την επόμενη μέρα φτάσαμε στο χωριό Τσούκα. Μείναμε αρκετές μέρες στη Τσούκα, μέχρι την 28η Μαρτίου, παρακολουθώντας τα εχθρικά τούρκικα φυλάκια και τους μεθοριακούς σταθμούς.
Και ενώ τα πράγματα κυλούσαν ήσυχα, μεταξύ των τούρκικων και των ελληνικών σταθμών, αγναντεύοντας αλλήλους, την 27η Μαρτίου, χίλιοι πεντακόσιοι αντάρτες τους έλεγαν, με Έλληνα αξιωματικό και η ομάδα του περιβόητου Νταβέλη, επιτέθηκαν στα τούρκικα φυλάκια και μπήκαν σε τούρκικα εδάφη και κατέλαβαν τρεις τούρκικους συνοριακούς σταθμούς.
Πώς και ποιος την οργάνωσε αυτή την εισβολή κανείς δεν ήξερε να πει με βεβαιότητα. Ωστόσο, μάθαμε ότι πιάνοντας οκτώ Τούρκους αιχμαλώτους ο Νταβέλης τους εκτέλεσε επιτόπου, εν αντιθέσει με τον τακτικό στρατό μας που όσους συλλαμβάνουμε τους στέλναμε στην Καλαμπάκα πίσω. Δεν έφτανε μόνο τούτο το άθλιο κατόρθωμα εκ μέρους του Νταβέλη, κατά την επίθεση των Τούρκων έπιασε 60 φορτώματα τούρκικων αλόγων γεμάτα αλεύρι και αναχώρησε για την Καλαμπάκα, και ως εκ τούτου τότε καταλάβαμε, τουλάχιστον για αυτόν, ότι ο σκοπός του δεν ήταν η ελευθερία της πατρίδας μας.
Μετά την επίθεση των αδέσποτων αντάρτικων ομάδων ενεπλάκησαν οι πάντες. Μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό και την κήρυξη του πολέμου εκ μέρους της Τουρκίας τα πράγματα
άλλαξαν. Οι Τούρκοι οργάνωσαν την επίθεση τους και μας επετέθησαν ερχόμενοι από τη Δεσκάτη με δύο χιλιάδες στρατιώτες και πυροβολικό.
Αυτή ήταν η αρχή ενός πολέμου, ο οποίος όπως διαπιστώναμε καθημερινά, δεν είχε καμιά οργανωτική δομή, στόχο, σκοπό και προπαντός καμιά συνεννόηση ούτε μεταξύ των αξιωματικών, ούτε μεταξύ των αδέσποτων ανταρτών, ούτε εκ μέρους του Γενικού Επιτελείου. Ό,τι ήθελε ο καθένας έκανε. Παρ΄όλα αυτά καταφέραμε σημαντικές νίκες στο μέτωπο της μεθοριακής γραμμής και κράταγε τις θέσεις.
Έπειτα, κατεβήκαμε στον Κονισκό, μένοντας εκεί μέχρι τη μέρα των Βαΐων, την 6η Απριλίου, εμπλεκόμενοι με τους Τούρκους σε μάχες για την προάσπιση των συνοριακών σταθμών και των επίμαχων στρατηγικών θέσεων, που άλλες είχαν ευτυχή κατάληξη και άλλες όχι, αλλά οι απώλειες μας σε νεκρούς ήταν πολύ λιγότερες από τις απώλειες των Τούρκων.
Στον Κονισκό ήρθαν πενήντα εθελοντές από το εξωτερικό και κατετάγησαν στο ευζωνικό τάγμα της Τσούκας και άλλοι πενήντα Ιταλοί εθελοντές υπό έναν αξιωματικό φιλέλληνα. Είναι όλοι τους γόνοι πλουσίων και ευγενών οίκων της Ιταλίας, φοιτητές, δημοσιογράφοι και επιστήμονες.
Τις λίγες ώρες της ανάπαυλας, με τον Κώστα τις μοιράζομαι Είναι δάσκαλος και αυτός από τη Ναύπακτο.
Μετά τη διάσπαση του ανατολικού μετώπου, όταν μαθεύτηκε η άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού πέρα από τη Λάρισα και του Κωνσταντίνου η φυγή, τότε καταλαβαίνεις τι έγινε εδώ.
Ο καθένας από τους επικεφαλής, κρύβοντας την επερχόμενη καταστροφή που θα επακολουθούσε, διοχέτευε ένα αλαλούμ πληροφοριών και εκδοχών που θα συμβούν. Άλλοι, έλεγαν ότι θα παραμείνουμε εδώ, διότι έχει ανακηρυχθεί ζώνη ουδέτερη και ως εκ τούτου δε χρειάζεται κανένας πανικός. Άλλοι, ότι τα πράγματα έχουν συμβιβαστεί μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων και άλλα πολλά που δεν είναι αυτής της ώρα να τα εξιστορήσω.

Όλες οι ελπίδες διαλύθηκαν με μιας, όταν συγκεντρώθηκε όλο το στράτευμα της μεθοριακής γραμμής στον Κονισκό και ξαφνικά διατάχθηκαν όλοι οι κάτοικοι των παραμεθόριων χωριών να καταφύγουν στα παλιά εδάφη της Ελλάδας.
Εκεί να δεις μάνα τι κλαυθμός, τι οδυρμός και τι πανικός ενέκυψε στους άνδρες όλων των σωμάτων και στους κατοίκους των χωριών. Δεν μπορώ να σου περιγράψω το τι έγινε. Το πλήθος των χωρικών, με ότι μπορούσε να πάρει ο καθένας, γυναικόπαιδα, γυναίκες με προχωρημένη εγκυμοσύνη, γέροι και γριές πήραν τον δρόμο για τα Τρίκαλα. Το θέαμα ήταν τόσο συγκινητικό μα και τραγικό συνάμα. Το μόνο που φρόντιζε ο καθένας εκείνη τη στιγμή ήταν η διαφύλαξη της ζωής του, αφήνοντας πίσω, στο έλεος των Τούρκων ό,τι αγαθό είχε δημιουργήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Φύγαμε, οδοιπορούντες όλη τη νύχτα, μαζί με όλο το κατατρεγμένο πλήθος, μεταξύ της Μεγάλης Παρασκευής και ξημερώματα του Μεγάλου Σαββάτου και φτάσαμε στο
Κουβελέτσι. Εκεί, κοιμηθήκαμε δυο ώρες και μετά από εξάωρη οδοιπορία φτάσαμε στα Τρίκαλα, ψάλλοντας και δίνοντας ευχές στον δρόμο: «Χριστός Ανέστη».
Όταν μπήκαμε στα Τρίκαλα δεν μπορώ να σου περιγράψω το τι βρήκαμε εκεί πάλι. Εξαντλημένοι, πεινασμένοι και λυποψυχισμένοι από την εγκατάλειψη των ανωτέρων αξιωματικών, ήταν τόση η αγανάκτηση των στρατιωτών που οι περισσότεροι στον δρόμο πετούσαν ότι θεωρούσαν περιττό. Εγκαταλείψαμε πολεμοφόδια, χύτρες, καζάνια, σκηνές και ό,τι μπορείς να φανταστείς από τα χρειαζούμενα ενός στρατεύματος μεγάλου πίσω μας.
Τους στρατιώτες τους κατείχε η αγανάκτηση και η φρίκη, μη γνωρίζοντας γιατί έγινε αυτός ο όλεθρος και εξαναγκαστήκαμε σε τόση βίαιη υποχώρηση. Αυτό δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε. Φτάνοντας στα Τρίκαλα προσπαθούσαμε να συγκρατήσουμε, οι ψυχραιμότεροι, την οργή των στρατιωτών, προτρέποντάς τους να δείξουν λίγη υπομονή μετά από τις τόσες ταλαιπωρίες που περάσαμε.
Αλλά πώς να τους πείσουμε, καθώς πεινούσαμε όλοι και δε βρίσκαμε τίποτα στα Τρίκαλα, που ήταν εντελώς ερημωμένα, λες και είχε καταληφθεί η πόλη από επιδημία και δεν υπήρχε ψυχή έξω ούτε για να τονώσει λίγο το ηθικό μας. Οι κάτοικοι των Τρικάλων οι περισσότεροι είχαν καταφύγει στα βουνά και στην παλιά Ελλάδα πέρα από τη γραμμή του Δομοκού, φοβούμενοι το μένος των Τούρκων και των ντόπιων λήσταρχων και των κλεφτών.
Κατά το μεσημέρι, σαν από θαύμα, μετά από παραμονή δύο ωρών περίπου, μας δόθηκε λίγο ψωμί με χλωρά κρεμμύδια και μοιράσαμε ότι άλλο είχαμε ο καθένας μεταξύ μας, διότι κατά την οδοιπορία οι στρατιώτες εγκατέλειψαν του γυλιούς, κρατώντας μόνο το όπλο και τη χλαίνη. Με τα λίγα κλινοσκεπάσματα που είχαμε κρατήσει ορισμένοι, καταλύσαμε στον σιδηροδρομικό σταθμό, αλλά διαπιστώσαμε ότι δε λειτουργούσε τίποτα
πια και εκεί.
Το θέαμα της πόλης ήταν να σου σπαράζει την καρδιά. Η διαταγή της κυβερνήσεως ή του βασιλιά, κανείς δεν ήξερε με βεβαιότητα να πει ποιος έδωσε την εγκληματική διαταγή, και απολύθηκαν οι κατάδικοι από τη φυλακή και εφοδιάστηκαν με όπλα ‘’Γκρα’’ από τη δημόσια αποθήκη. Η πιθανότερη εκδοχή να πίστευαν κάποιοι ότι οι κατάδικοι θα πολεμούσανε τους Τούρκους ή θα τους καθυστερούσαν, ενώ εκείνοι το έβαλαν στα πόδια πρώτοι και θα έχουν φτάσει στην Αθήνα τώρα .
Οι κατάδικοι έκαναν ότι γνώριζαν πολύ καλά. Εισέβαλαν στα Τρίκαλα και επιδόθηκαν σε μια άγρια λεηλασία και διαρπαγή παντός εναπομείναντος αγαθού. Άρπαζαν ό,τι μπορείς να φανταστείς μάνα, κότες, αρνιά, και ό,τι πολύτιμο έβρισκαν στα σπίτια και στα καταστήματα της πόλης, άρπαζαν ότι έβρισκαν μπροστά τους.
Ολόκληρη η πόλη τελούσε εν πλήρη αναρχία στο έλεος των καταδίκων. Όσοι εκ των κατοίκων προσπαθούσαν να διαφυλάξουν τις περιουσίες τους και να σώσουν κάτι από τα υπάρχοντά τους, έπεφταν κάτω από τις σφαίρες των καταδίκων, οι οποίοι είχαν γίνει οι κυρίαρχοι της πόλης.
Οι αποθήκες των στρατιωτικών υλικών είχαν ανοιχθεί και ο κάθε τυχόντας έπαιρνε ό,τι και όσα υλικά του άρεσαν. Η πόλη είχε εγκαταλειφθεί από κάθε πολιτική και στρατιωτική αρχή, στη διάθεση του οποιουδήποτε εχθρού και άνομου ληστή.
Αυτά ήταν τα αίσχη του βασιλέως και της κυβερνήσεως. 

ΒΟΛΟΣ 1897


Στα χωράφια, περιφέρονταν εγκαταλελειμμένα κοπάδια από ζώα χωρίς καμιά φύλαξη από κανέναν και η απελπισία κάθε ώρα που περνούσε γινόταν ακόμη μεγαλύτερη
, καθώς φήμες διέτρεχαν την πόλη ότι τα τούρκικα στρατεύματα βρίσκονταν κοντά στα Τρίκαλα.
Γινόμενοι μάρτυρες όλων τούτων των φρικιαστικών συμβάντων των Τρικάλων, ακούγοντας τους αναστεναγμούς όσων δεν ήταν δυνατόν να αναχωρήσουν από την πόλη, οδοιπορώντας πήραμε τον δρόμο για τα Φάρσαλα, δίπλα από τη σιδηροδρομική γραμμή.
Προς την οδό της σωτηρίας μας ;
Κανείς με σιγουριά δεν μπορούσε να απαντήσει σε τούτο το ερώτημα, γνωρίζοντας όσα είχαμε περάσει προηγούμενα…

Υ.Γ(Ο στρατιώτης του σημειωματάριου σκοτώθηκε δίπλα από τη σιδηροδρομική γραμμή, κατά λάθος, από φιλικά πυρά, από τη σύγχυση και την ανοργανωσιά της οπισθοχώρησης του ελληνικού στρατού- Η ίδια οπισθοχώρηση επαναλήφθηκε μετά από 25 χρόνια(1922). Στη θέση της Σμύρνης βρέθηκε ο Βόλος. Το σημειωματάριο το παρέδωσε στη μάνα του ο φίλος του ο Κώστας).

(Απόσπασμα από το βιβλίο: «ΟΙ ΣΥΜΜΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ» Εκδόσεις «Αγαπώ την Πόλιν»).