Το «Πανηγύρι» του Δημήτρη Κεχαΐδη γράφτηκε το 1962, σαν αφιέρωμα στους ανθρώπους του θεσσαλικού κάμπου που εγκαταλείφθηκαν στο περιθώριο της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης. Ξεχασμένοι και καταδικασμένοι στη φτώχεια και την αμορφωσιά, θ’ αναζητήσουν διέξοδο στη φυγή που τους προσφέρουν ο ύπνος, το κρασί και το όνειρο. Οι νεότεροι, τα πιο ζωντανά κύτταρα, θα καταφύγουν στην πόλη, ανυποψίαστα θύματα κι αυτοί μιας οικονομικής πολιτικής που οδήγησε στην ερήμωση της υπαίθρου και στον υδροκεφαλισμό των αστικών κέντρων.

Φωτογραφία: Αρχείο ΚΘΒΕ

Το Πανηγύρι ως «Δημοκρατία της Αγοράς»

Το πανηγύρι, όμως, δεν ήταν μόνο η εικόνα μιας κοινωνίας που ασφυκτιούσε στην ύπαιθρο. Δεν ήταν μόνο η θρησκευτική γιορτή, η διασκέδαση, η συνάντηση των ανθρώπων ή ένα ετήσιο έθιμο που επέστρεφε, σχεδόν τελετουργικά, την ίδια ημερομηνία.

Ήταν και κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: ήταν Αγορά.

Και ίσως ακριβώς εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα, αλλά λιγότερο φωτισμένα, χαρακτηριστικά του πανηγυριού. Η Αγορά του δεν αφορούσε μόνο εκείνους που είχαν ήδη τη δύναμη να συμμετέχουν. Άνοιγε, έστω για λίγο, χώρο και για τον μικρό παραγωγό, τον τεχνίτη, τον μικροβιοτέχνη, τον άνθρωπο που κατασκεύαζε κάτι με τα χέρια του, τον έμπορο που δοκίμαζε την πρώτη του παρουσία και εκείνον που επιχειρούσε να μετατρέψει μια δεξιότητα σε επάγγελμα.

Με αυτή την έννοια, το πανηγύρι μπορούσε να λειτουργήσει ως μια μικρή «Δημοκρατία της Αγοράς».

Δεν χρειαζόταν όλοι να διαθέτουν μεγάλο κεφάλαιο, μόνιμο κατάστημα ή ισχυρές διασυνδέσεις. Για πολλούς αρκούσε μια μικρή θέση, ένας πάγκος, ένα τραπέζι, λίγα εμπορεύματα, η προσωπική εργασία και η διάθεση να δοκιμάσουν.

Και αυτή η δυνατότητα είχε ιδιαίτερη σημασία.

Ο μικρός επαγγελματίας μπορούσε να εμφανιστεί μπροστά σε ένα κοινό που δεν γνώριζε. Να παρουσιάσει τη δουλειά του. Να ακούσει τι ζητούσαν οι άνθρωποι. Να δει ποιο προϊόν τραβούσε το ενδιαφέρον και ποιο έμενε απούλητο. Να γνωρίσει έναν πελάτη που θα επέστρεφε την επόμενη χρονιά. Να κάνει μια μικρή συμφωνία, να ανοίξει έναν νέο κύκλο γνωριμιών, να αποκτήσει σιγά-σιγά όνομα.

Δεν χρειαζόταν να ξεκινήσει μεγάλος. Μπορούσε να ξεκινήσει μικρός και να μεγαλώσει μέσα από την ίδια την Αγορά.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κοινωνικά χαρακτηριστικά της ετήσιας επανάληψης του πανηγυριού. Η συγκεκριμένη ημερομηνία λειτουργούσε σαν ένα σταθερό οικονομικό ραντεβού. Όλοι γνώριζαν ότι, έναν χρόνο αργότερα, η Αγορά θα ξανάνοιγε.

Και τότε ο μικρός τεχνίτης θα μπορούσε να επιστρέψει με περισσότερα προϊόντα. Ο μικροέμπορος με περισσότερη εμπειρία. Ο παραγωγός με καλύτερη πραμάτεια. Εκείνος που είχε δοκιμάσει για πρώτη φορά, θα μπορούσε να ξαναδοκιμάσει.

Έτσι το πανηγύρι δεν αποτελούσε απλώς μια ημέρα αυξημένης εμπορικής κίνησης. Δημιουργούσε έναν επαναλαμβανόμενο μηχανισμό οικονομικής συμμετοχής.

Ένα μόνιμο κατάστημα απαιτούσε κεφάλαιο. Μια οργανωμένη επιχείρηση απαιτούσε εγκατάσταση, έξοδα και πελατεία. Η συμμετοχή όμως στο πανηγύρι μπορούσε να είναι πολύ πιο προσιτή. Έδινε στον μικρό επαγγελματία μια ευκαιρία να κάνει το πρώτο βήμα.

Κι αυτό το πρώτο βήμα ήταν πολλές φορές το δυσκολότερο.

Η Αγορά του πανηγυριού, επομένως, δεν ήταν μόνο χώρος όπου αγοράζονταν και πωλούνταν προϊόντα. Ήταν χώρος δοκιμής, ανταγωνισμού, γνωριμίας και εξέλιξης. Εκεί η προσωπική εργασία μπορούσε να συναντήσει τη ζήτηση. Η δεξιότητα μπορούσε να μετατραπεί σε επάγγελμα και το επάγγελμα, με τον χρόνο, σε μικρή επιχείρηση.

Αυτό ακριβώς δίνει περιεχόμενο στην έννοια της «Δημοκρατίας της Αγοράς».

Όχι γιατί όλοι ξεκινούσαν από την ίδια αφετηρία — ασφαλώς δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο — αλλά επειδή υπήρχε ένας χώρος στον οποίο μπορούσαν να δοκιμάσουν να συμμετάσχουν και εκείνοι που δεν είχαν άλλη εύκολη πρόσβαση στην αγορά.

Το πανηγύρι υπηρετούσε βέβαια και άλλες ανάγκες.

Ήταν ένας τόπος κοινωνικής επικοινωνίας. Οι άνθρωποι συναντούσαν συγγενείς, γνωστούς και φίλους, έρχονταν σε επαφή με κατοίκους άλλων χωριών και περιοχών, αντάλλασσαν νέα και πληροφορίες. Σε μια κοινωνία όπου η επικοινωνία δεν ήταν ούτε αυτονόητη ούτε καθημερινά εύκολη, τέτοιες συγκεντρώσεις λειτουργούσαν σαν μεγάλοι κοινωνικοί κόμβοι.

Ήταν επίσης ένας χώρος ψυχαγωγίας. Η μουσική, το φαγητό, το κρασί, η συντροφιά και η έξοδος από τη συνηθισμένη καθημερινότητα έδιναν στους ανθρώπους μια ανάσα. Το πανηγύρι δημιουργούσε μια προσωρινή αλλαγή ρυθμού, μια γιορτή που περίμεναν και θυμούνταν.

Και φυσικά υπήρχε η θρησκευτική διάσταση. Όταν το πανηγύρι συνδεόταν με μια συγκεκριμένη εορτή και έναν ιερό τόπο, η ημερομηνία αποκτούσε ξεχωριστό βάρος. Η προσέλευση μπορούσε να σημαίνει πίστη, τάμα, ευχαριστία ή απλώς συμμετοχή σε μια παράδοση που περνούσε από γενιά σε γενιά.

Έτσι η ίδια ημέρα συμπύκνωνε πολλές διαφορετικές ανάγκες.

Πίστη, εμπόριο, επικοινωνία, ψυχαγωγία, γνωριμία, πληροφορία, κοινωνική παρουσία.

Και ίσως γι’ αυτό το πανηγύρι επαναλαμβανόταν. Δεν είχε μία μόνο χρησιμότητα. Ήταν ένας θεσμός που ανανεωνόταν επειδή εξακολουθούσε να είναι χρήσιμος.

Η ετήσια επιστροφή του είχε και μια άλλη σημασία: τη συνέχεια της κοινότητας. Οι άνθρωποι ήξεραν ότι «θα έρθει πάλι εκείνη η μέρα». Η ημερομηνία γινόταν σημείο αναφοράς στον χρόνο. Οι παλαιότεροι τη θυμούνταν, οι νεότεροι την περίμεναν και κάθε γενιά παραλάμβανε το πανηγύρι από την προηγούμενη.

Γι’ αυτό το πανηγύρι μπορεί να ιδωθεί και ως ένας μικρός μηχανισμός συλλογικής μνήμης.

Αν όμως θέλουμε να κατανοήσουμε πραγματικά τη σημασία του, ίσως πρέπει να ξεκινήσουμε από την Αγορά.

Γιατί εκεί, μέσα στον προσωρινό αυτό χώρο, μπορούσε να συμβεί κάτι σημαντικό: ο άνθρωπος να μην είναι μόνο καταναλωτής αλλά και παραγωγός, τεχνίτης, έμπορος, δημιουργός. Να δοκιμάσει τη θέση του ανάμεσα στους άλλους. Να παρουσιάσει αυτό που παράγει και να μετρήσει την αξία του μέσα στην κοινωνία.

Αυτή η δυνατότητα συμμετοχής ήταν ίσως η βαθύτερη οικονομική λειτουργία του πανηγυριού.

Δεν έκανε όλους πλούσιους. Δεν εξαφάνιζε τις ανισότητες. Έδινε όμως σε ορισμένους μια ευκαιρία να ξεκινήσουν.

Και η ευκαιρία αυτή, όταν επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο, μπορούσε να γίνει δρόμος.

Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα να μην είναι μόνο γιατί γινόταν το πανηγύρι κάθε χρόνο.

Αλλά γιατί οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να το χρειάζονται.

Και η απάντηση βρίσκεται ακριβώς στη σύνθετη λειτουργία του: ήταν ταυτόχρονα γιορτή, αγορά, συνάντηση και χώρος κοινωνικής συμμετοχής.

Ένας τόπος όπου, για λίγες ημέρες ή για μία ημέρα, η κοινωνία συγκεντρωνόταν, αντάλλασσε, διαπραγματευόταν, διασκέδαζε και ξαναδοκίμαζε τις δυνάμεις της.

Το πανηγύρι, τελικά, δεν ήταν μόνο μια γιορτή της κοινωνίας. Ήταν και μια γιορτή της ίδιας της δυνατότητας του ανθρώπου να συμμετέχει στην Αγορά.

Και γι’ αυτό μπορούμε να το δούμε, μεταφορικά αλλά όχι χωρίς ιστορικό περιεχόμενο, ως μια μικρή «Δημοκρατία της Αγοράς».

Από γράφει το Αγαπώ την Πόλιν

Η Κίνηση πολιτιστικής Παρέμβασης «Αγαπώ την Πόλιν», δραστηριοποιείται από το 2005 με τα Τρίκαλα. Στα 10 χρόνια δράσης της έχει να επιδείξει αρκετές δράσεις και εκδηλώσεις οι οποίες αποτελούν σημαντικό παράγοντα συμβολής τόσο σε θέματα κοινωνίας και οικολογίας όσο και πολιτισμού.