Υπήρξε μια εποχή που η πόλη δεν χρειαζόταν να οργανώσει μια γιορτή για να γιορτάσει. Η ίδια η καθημερινότητά της ήταν μια μικρή γιορτή. Οι δρόμοι, οι πλατείες, τα καταστήματα, τα καφενεία και οι άνθρωποι συνέθεταν έναν ζωντανό κόσμο, όπου η κοινωνική συναναστροφή αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της ζωής. Τα Τρίκαλα υπήρξαν μια πόλη που είχε μάθει να ζει στον δρόμο. Όχι επειδή οι κάτοικοί της δεν είχαν σπίτια, αλλά επειδή η πόλη αποτελούσε προέκταση του σπιτιού τους. Εκεί συναντιούνταν, συζητούσαν, διαφωνούσαν, αντάλλασσαν ειδήσεις, έκαναν τα ψώνια τους και συμμετείχαν, χωρίς ιδιαίτερες προσκλήσεις, στη μικρή καθημερινή ιστορία του τόπου. Η αγορά ήταν κάτι περισσότερο από ένας χώρος εμπορικών συναλλαγών. Ήταν ένας τόπος συνάντησης. Ο έμπορος γνώριζε τον πελάτη, ο περαστικός σταματούσε για μια κουβέντα, οι παρέες σχηματίζονταν αυθόρμητα και η πληροφορία ταξίδευε από στόμα σε στόμα, πολύ πριν οι ηλεκτρονικές οθόνες αναλάβουν να μας ενημερώνουν για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Στην κεντρική αγορά, στα στενά του εμπορικού κέντρου, στις πλατείες και στις όχθες του Ληθαίου, η πόλη αποκτούσε τον δικό της καθημερινό ρυθμό. Τα πρωινά είχαν τη βιασύνη της δουλειάς, τα μεσημέρια την ησυχία τους και τα απογεύματα τη ζωντάνια της βόλτας. Η παρουσία των ανθρώπων ήταν εκείνη που έδινε περιεχόμενο στον δημόσιο χώρο. Δεν ήταν, βέβαια, όλα όμορφα ούτε όλα εύκολα. Υπήρχαν κοινωνικές ανισότητες, οικονομικές δυσκολίες, στερήσεις και προβλήματα που η νοσταλγία συχνά παραμερίζει. Η πόλη τη δεκαετία του 60΄ δεν ήταν ένας χαμένος παράδεισος. Ήταν όμως ένας τόπος όπου η καθημερινή ανθρώπινη επαφή είχε μεγαλύτερη ορατότητα και η συμμετοχή στην κοινή ζωή δεν προϋπέθετε πάντοτε κατανάλωση. Η εικαστική εικόνα της κεντρικής αγοράς μάς προσφέρει την ευκαιρία να αναλογιστούμε αυτή τη σχέση ανάμεσα στην πόλη και στους ανθρώπους της. Ένα αρχιτεκτονικό συγκρότημα, όσο καλαίσθητο κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνο του για να δημιουργήσει κοινωνική ζωή. Χρειάζεται ανθρώπους που θα το κατοικήσουν με τις συνήθειες, τις συναντήσεις, τις μικρές χαρές και τις καθημερινές τους δραστηριότητες. Γιατί μια πόλη δεν είναι μόνο τα κτίριά της. Δεν είναι οι αναπλάσεις, τα πεζοδρόμια, οι φωτισμοί και οι διακοσμητικές παρεμβάσεις. Είναι πρωτίστως οι σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα σε αυτούς τους χώρους. Είναι η δυνατότητα του πολίτη να αισθάνεται ότι ανήκει κάπου, ότι ο δημόσιος χώρος είναι και δικός του. Σήμερα, που οι ρυθμοί της ζωής έχουν αλλάξει, που οι ανθρώπινες σχέσεις δοκιμάζονται από την απομόνωση και την κυριαρχία της ψηφιακής επικοινωνίας, το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία: Μπορεί μια σύγχρονη πόλη να ξαναβρεί την αυθόρμητη κοινωνικότητα που χαρακτήριζε κάποτε την καθημερινότητά της; Η απάντηση δεν βρίσκεται στην επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν. Βρίσκεται στη δημιουργία μιας πόλης ανθρώπινης, φιλικής, προσβάσιμης, με ζωντανές γειτονιές, χώρους συνάντησης, πολιτισμό και δραστηριότητες που δεν θα περιορίζονται σε λίγες προγραμματισμένες εκδηλώσεις τον χρόνο. Μια πόλη όπου τα παιδιά θα μπορούν να παίζουν, οι ηλικιωμένοι να συναντιούνται, οι νέοι να δημιουργούν και οι κάτοικοι να συμμετέχουν στη διαμόρφωση της κοινής τους ζωής. Ίσως, τελικά, αυτή να είναι και η ουσιαστικότερη έννοια της γιορτής. Όχι η πρόσκαιρη διασκέδαση, αλλά η χαρά της συνύπαρξης. Γιατί η πραγματική γιορτή μιας πόλης δεν είναι εκείνη που οργανώνεται για τους πολίτες της. Είναι εκείνη που δημιουργούν καθημερινά οι ίδιοι οι πολίτες. Τρίκαλα. Μια εικαστική αναπαράσταση της κεντρικής αγοράς, με τη βοήθεια της ΤΝ. Μια εικόνα που μας ταξιδεύει στη σχέση της πόλης με τους ανθρώπους της και στη ζωντάνια της καθημερινής κοινωνικής ζωής. Πλοήγηση άρθρων ΤΡΙΚΑΛΑ 2030