Από το «Όχι» της 28ης Οκτωβρίου στο έπος του Μαρτίου 1941

Η 28η Οκτωβρίου 1940 αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η ιταλική εισβολή και η απόφαση της Ελλάδας να αντισταθεί οδήγησαν έναν ολόκληρο λαό σε έναν πόλεμο που θα δοκίμαζε τις αντοχές του. Για τα Τρίκαλα και τη Θεσσαλία, όμως, το έπος του 1940 δεν είναι μόνο μια εθνική επέτειος. Είναι και μια προσωπική ιστορία, γραμμένη από τους ανθρώπους αυτού του τόπου, που βρέθηκαν στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας, μακριά από τα σπίτια και τις οικογένειές τους.

Η ελληνική αντεπίθεση, που άρχισε τον Νοέμβριο του 1940, ανέτρεψε τα αρχικά σχέδια της Ιταλίας. Ο ελληνικός στρατός πέρασε στην αντεπίθεση, προχώρησε σε αλβανικό έδαφος και κράτησε τις θέσεις του μέσα σε δύσκολες χειμερινές συνθήκες. Ο πόλεμος, ωστόσο, δεν είχε τελειώσει. Τον Μάρτιο του 1941, ο Μπενίτο Μουσολίνι επιχείρησε να ανατρέψει την κατάσταση με τη μεγάλη Εαρινή Επίθεση, γνωστή με την ιταλική κωδική ονομασία «Primavera».

Στο επίκεντρο της επίθεσης βρέθηκε το Ύψωμα 731, στην περιοχή της Τρεμπεσίνας, κοντά στο Τεπελένι. Η θέση είχε μεγάλη στρατηγική σημασία για την άμυνα του ελληνικού μετώπου. Αν οι Ιταλοί την καταλάμβαναν, θα δημιουργούσαν ρήγμα στις ελληνικές γραμμές και θα αποκτούσαν τη δυνατότητα να προωθηθούν προς το εσωτερικό της ελληνικής παράταξης.

Στις 9 Μαρτίου 1941, λίγο μετά τις 6.30 το πρωί, άρχισε ένας σφοδρός βομβαρδισμός από το ιταλικό πυροβολικό και την αεροπορία. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες επιθέσεις πεζικού. Το ύψωμα σείστηκε από τις εκρήξεις, τα χαρακώματα καταστράφηκαν και το έδαφος άλλαξε μορφή. Οι Έλληνες στρατιώτες, μέσα σε συνθήκες εξαιρετικά σκληρές, κράτησαν τις θέσεις τους και απέκρουσαν τις επανειλημμένες εφόδους.

Την άμυνα του Υψώματος 731 ανέλαβε το ΙΙ Τάγμα του 5ου Συντάγματος Πεζικού Τρικάλων, με διοικητή τον ταγματάρχη Δημήτριο Κασλά. Οι στρατιώτες του, πολλοί από τους οποίους προέρχονταν από τη Θεσσαλία, βρέθηκαν αντιμέτωποι με υπέρτερες ιταλικές δυνάμεις και έναν καταιγισμό πυρών. Η αντοχή τους, η συνοχή της μονάδας και η αποφασιστικότητα των μαχητών απέτρεψαν την κατάληψη του υψώματος.

Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι τις 15 Μαρτίου. Η ιταλική επίθεση δεν πέτυχε τον αντικειμενικό της σκοπό και η αποτυχία της αποτέλεσε σοβαρό πλήγμα για τον Μουσολίνι, ο οποίος είχε μεταβεί στην Αλβανία για να παρακολουθήσει τις επιχειρήσεις. Το Ύψωμα 731 πέρασε στην ιστορική μνήμη ως σύμβολο της αντίστασης και της θυσίας των Ελλήνων στρατιωτών. [1]

Για τα Τρίκαλα, η ιστορία αυτή έχει ιδιαίτερο βάρος. Το 5ο Σύνταγμα Πεζικού δεν ήταν μια απρόσωπη στρατιωτική μονάδα. Αποτελούνταν από ανθρώπους της περιοχής, νέους που είχαν αφήσει πίσω τους οικογένειες, χωριά, χωράφια και καθημερινές υποχρεώσεις. Η συμμετοχή τους στη μάχη συνδέει άμεσα την τοπική ιστορία με τη μεγάλη ιστορία του πολέμου.

Η μνήμη του Υψώματος 731 δεν αφορά μόνο την ανδρεία στο πεδίο της μάχης. Αφορά και το τίμημα του πολέμου: τους νεκρούς, τους τραυματίες, τους αγνοουμένους και τις οικογένειες που περίμεναν να μάθουν την τύχη των δικών τους ανθρώπων. Η απόδοση τιμής στους πεσόντες προϋποθέτει να θυμόμαστε όχι μόνο τη νίκη της άμυνας, αλλά και το ανθρώπινο κόστος που αυτή απαίτησε.

Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου μάς επιστρέφει στην αρχή αυτής της διαδρομής. Το Ύψωμα 731 μάς θυμίζει πού οδήγησε η απόφαση της αντίστασης και πόσο βαρύ ήταν το τίμημά της. Ανάμεσα στις δύο ημερομηνίες βρίσκεται η πορεία ενός λαού που πολέμησε για να υπερασπιστεί τον τόπο του.

Για τα Τρίκαλα, το Ύψωμα 731 δεν είναι μια μακρινή πολεμική τοποθεσία. Είναι ένας τόπος μνήμης, όπου η ιστορία της Ελλάδας συναντά την ιστορία των δικών της ανθρώπων.

Λεζάντα φωτογραφίας

Το Ύψωμα 731, τόπος της σκληρής μάχης του Μαρτίου 1941. Εκεί, το ΙΙ Τάγμα του 5ου Συντάγματος Πεζικού Τρικάλων, υπό τον ταγματάρχη Δημήτριο Κασλά, συνέβαλε καθοριστικά στην απόκρουση της μεγάλης ιταλικής Εαρινής Επίθεσης.

Πηγές :

Από γράφει το Αγαπώ την Πόλιν

Η Κίνηση πολιτιστικής Παρέμβασης «Αγαπώ την Πόλιν», δραστηριοποιείται από το 2005 με τα Τρίκαλα. Στα 10 χρόνια δράσης της έχει να επιδείξει αρκετές δράσεις και εκδηλώσεις οι οποίες αποτελούν σημαντικό παράγοντα συμβολής τόσο σε θέματα κοινωνίας και οικολογίας όσο και πολιτισμού.